πρόσφωλο

πρόσφωλο
πρόσφωλο, το και προσφώλι, το
το αβγό που αφήνεται πάντα στη φωλιά, αλλ. φώλος, φωλίτης.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πρόσφωλο — και προσφώλι, το, Ν γνήσιο ή τεχνητό αβγό που τοποθετείται στη φωλιά όρνιθας για να τήν προσελκύσει για ωοτοκία. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + φωλ ιον (< φωλεός «φωλιά»)] …   Dictionary of Greek

  • προσφώλι — το, Ν βλ. πρόσφωλο …   Dictionary of Greek

  • φώλι — φώλι, το και φωλίτης, ο και φώλος, ο αβγό γνήσιο ή τεχνητό, που αφήνεται στη φωλιά της κότας, για να την προσελκύσει να γεννήσει εκεί, το πρόσφωλο, το προσφώλι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”